Monday, December 26, 2016

ΤΟ ΣΤΟΛΙΣΜΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΣΚΟΠΕΛΟΥ



........... Η νύφη όμως πολλά είχε να υποφέρει με το στόλισμα. Νωρίς το απόγευμα και αυτή, σαν έπαιρνε το λουτρό της με μόσκο και ροδόσταμο, την παραλάβαιναν οι φιλενάδες της με δυο τρεις , ειδικές στο ντύσιμο γυναίκες να τη στολίσουν. Τεχνίτριες πια του λόγου της σε τούτα.
    Το τι φορούσε η νύφη……λίγη υπομονή και αναπνοή βαθιά. Ούτε λίγα , ούτε πολλά. Έξι άσπρα κουλουβόλια, στη σειρά, φουστάνια δηλαδή και όλα με πανωκόρμι. Το πρώτο ήταν ένα λεπτό ολοβρόχινο σωφόρι με μακριά φαρδιά μανίκια, ένα κομπινεζόν να πούμε αραχνοϋφαντο, ασήμαντο σε μπούγιο, ντόπιας παραγωγής. Οι άκρες των μανικιών του ήταν κεντημένες με χρυσές ταντέλες και με μαργαρίτες και άλλα ξόμπλια όμορφα. 
   Πάνω από το σωφόρι, φορούσε το δεύτερο φουστάνι της, το «μαλακοφ» που λένε. Το μαλακόφ, κάτω στον ποδόγυρο έφερνε ραμμένο γύρω – γύρω ένα στεφάνι από ατσαλόσυρμα που έχει διάμετρο γύρω στους εβδομήντα πόντους, για να φουντώνουν γύρω της τα φουστάνια τα άλλα και το νυφικό της για να βαδίζει καλύτερα. 
   Πάνω από το μαλακόφ, φορούσε το τρίτο της κουλουβόλι, εξίσου σεβαστό σε όγκο με το δεύτερο. Τα δύο μαζί είχαν ως τριάντα πήχες ύφασμα. Όμως σαν να μην έφτανε το ζαλίκι τούτο, της φόρτωναν και άλλο τόσο. Τρία κουλουβόλια, ακόμα πάνω απανωτά, με είκοσι πήχες ύφασμα επιπλέον.
  Κάστρο η νύφη απόρθητο. Μα ακόμα δεν τελειώσαμε. Πάνω από όλα τούτα φορούσε πια το μαύρο , ατλαζένιο νυφικό της, το έβδομο στη σειρά φουστάνι το «Μόρκο» με τις φαρδιές μπρετέλες (ανωμίτες), που κούμπωναν στους ώμους. Το μόρκο με τους πολλούς πλισέδες που αρχίζουν από τη μασκάλης ως κάτω και με τα χίλια μύρια ξόμπλια του, τα χρυσάφια τα μεταξένια, ολόγυρα, λίγο πιο κάτω από τη μέση, που μοιάζουν λες του νησιού τη μαγεμένη άνοιξη με τα άλικα γαρίφαλα, τις ανεμώνες και τα γιασεμιά, ήταν βαρύ φουστάνι μα και βαρύτιμο πολύ.
    Είναι αλήθεια πως οι ώμοι της νύφης κόβονται. Τι βάρος! Τα γόνατα της λύγιζαν. Και αν ήταν καλοκαίρι, ασφυξία…όμως η νύφη άντεχε και το κουράγιο δεν απόλειπε. Για τέτοια χαρά, το τι δεν θα έδινε κανείς. Χαλάλι η κούραση και το φορτίο που σηκώνει.
 Και προχωράμε και πάλι δεν τελειώσαμε. Πάνω από το μόρκο, φορούσε ένα είδος κοντογιλέκου με τα μανίκια του κλειστά στην άκρη από γκρενά βελούδο, χρυσοκέντητα το «μπαμπουκλί». Τα μανίκια του από μέσα ήταν ντυμένα μ’ ένα στρώμα από μπαμπάκι για να φαντάζει η νύφη ότι έχει μπράτσα αφράτα και χοντρά. Γούστα ίσως εκείνου του καιρού. Μάλλον όμως λόγοι συμμετρίας το επέβαλλαν. Από τη μέση και κάτω η νύφη φρεγάτα αρματωμένη, ετοιμοτάξιδη να τη δεις, και πάνω χέρια τσάκνα. Άσχημο και αταίριαστο. Παχιά λοιπόν και αφράτα μπράτσα, έστω και μπαμπακένια. 
   Τέλος στα χέρια φορούσε άσπρα γάντια δίχως δάχτυλα και δαχτυλίδια διαμαντένια. Έτσι με τούτα τα στολίδια και με το «μπαμπουκλί», τα χρυσοκέντητα μανίκια και τις δαντέλες του πουκαμίσου, το άκρο χέρι, ως έπεφτε πάνω στου νυφικού το μαύρο φόντο, έδειχνε φανταχτερό και γραφικό. Μα και τα πόδια της νύφης όμορφα στολίζονταν. Της φορούσαν άσπρες κάλτσες πλεκτές και χρυσοκέντητες παντόφλες και όπως περπατούσε η νύφη, ανασηκώνοντας το μόρκο πότε – πότε τόνιζαν μια άλλη ταιριαστή ομορφιά στο σύνολο.
   Όμως η καλύτερη τεχνίτρια, την τέχνη της, την έβαζε στο στόλισμα του κεφαλιού της νύφης. Εκεί ήταν το δύσκολο. Έπρεπε όμως και η νύφη να προετοιμαστεί γι’ αυτό. Τις παραμονές του γάμου έβαφε με χόχλο τα μαλλιά της μαύρα, κορακίσια, ως και τα φρύδια της ακόμα, για να φαντάζει όμορφη, μαυροφρυδούσα Παναγιά σαν έμπαινε στο στεφάνι.
    Αυτά λοιπόν τα κορακίσια μαλλιά τα πλέκανε μικρά, λεπτούλια κοτσιδάκια και τα έδεναν με τον «μπονέ». Ο μπονές ήταν μαύρες κλωστές στριμμένες και πλεγμένες κοτσιδάκια, που δύσκολα ξεχώριζαν με εκείνα των μαλλιών. Πάνω από τον μπονέ καρφίτσωναν τα «τσατσάκια», κοτσιδάκια και τούτα δηλαδή  από χρυσόνημα πλεγμένα. Και πάνω απ’ όλα έριχναν τον «αέρα», ένα μικρό ολόλευκο μεταξωτό μαντήλι αεράτο. Όλα τα παραπάνω τα έδεναν στο κεφάλι με μια μαύρη βελουδένια κορδελίτσα, το «καπιτσέλι», περνώντας την κάτω από το σαγόνι. Έτσι και οι μπονέδες στεριώνονταν καλά μα και το πρόσωπο της νύφης έπαιρνε μια στρογγυλάδα και η νύφη φάνταζε φεγγάροπρόσωπη και ωραία. Τέλος μπροστά στο στήθος της κρεμούσαν μια ροζ πλατιά μεταξωτή κορδέλα , το «τσάτσαρο» και η νύφη έτοιμη για το γαμπρό.
    Την έβλεπε τώρα ο γαμπρός και ο νους του σάλευε, η τεχνίτρια καμάρωνε την τέχνη της, και οι φιλενάδες κρυφοδαγκάνονταν και ζήλευαν την ομορφάδα της, έτσι όπως την έβλεπαν στα χρυσά, ντυμένη νυφούλα, κυρά και αρχόντισσα. Ώρα όμως οι λαλητάδες, άρχιζαν του γάμου τα τραγούδια. Φούντωνε ο γαμπρός και η νύφη από γλυκιά συγκίνηση, γοργοχτυπούσαν οι καρδιές τους.


πηγή: Αρχείο Γυμνασίου Σκοπέλου "Καισάριος Δαπόντες"
Φωτογραφία: "Η Σκόπελος μέσα στον χρόνο"
Επιμέλεια: Σπυριδούλα Μπετσάνη
Για τον Π.Λ.Σ

No comments:

Post a Comment