Thursday, December 1, 2016

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ....του Θανάση Ν. Παπαευσταθίου

To τέλος της μικρής μας…πόλης.

   Γεννήθηκα στη Σκόπελο τέλη του 1958. Η πρώτη μου λοιπόν εικόνα της γενέτειρας μου γης, που απέχει πολύ από τη σημερινή της όψη, ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 60. Ποια ήταν λοιπόν η όψη της Σκοπέλου τότε;
   Μια παραλία στην οποία το Ηρώον ήταν αρκετά στην άκρη. Στην θέση της σημερινής προβλήτας (παλίο λιμάνι) μια μικρή προεξοχή για τις βάρκες, ο «κομμένος». Μεταξύ των 2 περιπτέρων (Καθηνιωτη – Λιθαδιώτη) λίγα παραδοσιακά καφενεία και λίγα εστιατόρια και ουζερί.
    Η Σκόπελος είχε τότε ένα έντονο παραδοσιακό νησιώτικο χρώμα, με τις γριές να φορούν τσ’ φστάνες με σπίτια και σοκάκια παραδοσιακά, που φαίνονταν υπέροχα από την Αμπελική, που ήταν ο τόπος των σχολικών μας εκδρομών. Είχε και 2 δημοτικά και ένα κτίριο για το γυμνάσιο αληθινά στολίδια. Είχε όμως και φτώχεια το νησί που  ανάγκαζε πολλούς νησιώτες να μπαρκάρουν ή να μεταναστεύουν κατά ομάδες στην Αμερική ή στις συνοικίες των Αθηνών.
    Δύο οικονομικούς άξονες διέθετε κύρια το νησί. Δαμάσκηνο και ελιά. Κάθε Αύγουστο δεν υπήρχε ψυχή στην παραλία.  Όλοι στην εξοχή, στα καλύβια με τη σκοπελίτικη φύση να αναδύει από παντού τη μυρωδιά του καρπού, που λιάζονταν ή ψήνονταν. Τελειώνοντας τα δαμάσκηνα άρχιζε η εποχή της ελιάς. Στο δρόμο της Ελευθερώτριας, εκτός από το Συνεταιρισμό, υπήρχα 2 ακόμη παραδοσιακά λιοτρύβια. Και από όσα έχω ακούσει, πριν το 60 υπήρχαν πολλά διασκορπισμένα σε όλο το νησί.
    Στο δρόμο της Ελευθερώτριας λοιπόν  και στα γύρω στενά υπήρχαν πολλές αποθήκες, που οι ιδιοκτήτες τους αγόραζα βρώσιμη ελιά. Κάθε απόγευμα, μετά τις 4 τέτοια εποχή, τα πλακόστρωτα αντηχούσαν από το ποδοβολητό των μουλαριών, που έφερναν στην πόλη τον ευλογημένο καρπό.
   Συγκοινωνία εκτός του νησιού είχαμε μόνο με τα μονοπάτια. Θυμάμαι κάποια πρωινά , πόση κίνηση είχε ο δρόμος Αλούπι – Αγ. Παρασκευή. Όσο για θαλάσσια συγκοινωνία 2 καϊκια ο «Πασχάλης» και η «Κατερίνα», ήθελαν 10 ώρες και μπουνάτσα για να φτάσουν στο Βόλο. Ήταν βέβαια αραιά – αραιά και ο «Κύκνος», ένα όμορφο σκαρί , που όμως αποβίβαζε τους επιβάτες σε βάρκες από αρκετή απόσταση έξω από το λιμάνι.
    Φτώχεια και δυσκολίες λοιπόν, αλλά άνθρωποι ντόμπροι, που όταν τους δινόταν η ευκαιρία γλεντούσαν. Στα δεκάδες πανηγύρια, στις γιορτές και στις ανάπαυλες από τις αγροτικές εργασίες. Προπάντων όμως την Αποκριά. Τότε υπήρχα αληθινοί μύστες του Διόνυσου, που σε κάθε ευκαιρία διακωμωδούσαν τα πάντα.
   Και μια θάλασσα πεντακάθαρη. Με μιαν άμμο δίπλα στο λιμάνι να είναι το σχολείο , όπου μάθαμε κολύμπι. Με έναν όρμο γεμάτο λιθρίνια – σαργούς – μουρμούρες. Με αστακούς, καραβίδες καβούρες σε τιμές προσιτές. Και με ακτές σαν το Λιμνονάρι ή τον Πάνορμο έρημες όπου μαζεύαμε κοχύλια και καβούρια.
    Είχε και  τους τουρίστες της τότε η Σκόπελος. Λίγους φανατικούς του νησιού θαυμαστές, που υποθέτω περνούσαν καλά, αφού οι κάτοικοι ήταν φιλόξενοι και τους περισσότερους τους ήξερα με τα μικρά τους ονόματα.
   Το τέλος της μικρής μου πόλης, όπως τη γνώρισα στα πρώτα μου δειλά βήματα στη ζωή συνέβη στις 9 Μαρτίου 1965. Στο σινεμά ο θεατρικός θίασος της Γκέλυς Μαυροπούλου. Εγώ μαθητής στη Α’ Δημοτικού, ήμουν στις πρώτες θέσεις, που παραδοσιακά ανήκαν στους πιτσιρικάδες. Κι  ένιωσα και εγώ μαζί με εκατοντάδες συμπατριώτες που ήμασταν μέσα εκεί, τη Γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου απ’ τα 6,4 Ρίχτερ. Είδα στο δρόμο, που πετάχτηκα σε λίγο σκεπές να σωριάζονται  και από παντού να βρέχει ….τούβλα και κεραμίδια. Και από την άλλη μέρα, ψηλά από τον μύλο του Μπαλαλά, όπου είχαμε στήσει τις σκηνές αντίκρισα από μακριά  το κάτω σχολείο μας στη Φανερωμένη μαχαιρωμένο στη μέση από τη μανία του Εγκέλαδου.
Υγ . Ο τίτλος δανεισμένος από ομώνυμο βιβλίο του Δ. Χατζή.



Θανάσης  Ν. Παπαευσταθίου.

No comments:

Post a Comment