Saturday, April 9, 2016

Σ Τ Α Φ Υ Λ Ο Σ
ο πρώτος οικιστής της αρχαίας Πεπαρήθου



   Δεν είναι γνωστό, πότε ακριβώς και γιατί το νησί έπαψε να φέρει το όνομα “Πεπάρηθος”, που απέκτησε προς τιμή του γιού του Διόννυσου (θεού του οίνου). Πιθανολογείται ότι η μετονομασία έγινε τον 2ο αιώνα μ.Χ, τον καιρό της Ρωμαιοκρατίας. Τότε για πρώτη φορά αναφέρεται το όνομα Σκόπελος, απο τον μεγάλο αστρονόμο και γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεμαίο στο σύγγραμα του Γεωγραφική Αφήγισις. Δεν γίνεται συσχετισμός με την Πεπάρηθο ή ταύτιση, όμως είναι βέβαιη.
  Μεταξύ των πολλών τεκμηρίων τα οποία δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η Σκόπελος ταυτίζεται με την Πεπάρηθο είναι: η ανακάλυψη στον όρμο Στάφυλο της Σκοπέλου του τάφου του Σταφύλου, κατοίκου της Πεπαρήθου, η ανεύρεση στη Σκόπελο πολλών νομισμάτων με αποτυπωμένη την επιγραφή ΠΕΠΑ, ανάγλυφα και επιγραφές που βρέθηκαν και σχετίζονται με την Πεπάρηθο, η αναφορά στην ιστορία της Πεπαρήθου στο λιμάνι και τον οικισμό της Πανόρμου, που συμπίπτει με τον ομώνυμο όρμο της Σκοπέλου, τα λείψανα τειχών στην περιοχή αυτή αλλά και στην πόλη της Σκοπέλου, τέλος η σύμπτωση του ονόματος του νότιου όρμου της Σκοπέλου Αγνώντα με το όνομα του Πεπαρήθιου ολυμπιονίκη Άγνωνος.
  Το όνομα Σκόπελος (που αδικεί την καταπράσινη φύσιογνωμία του τόπου) εικάζεται ότι προέκυψε ύστερα απο μακροχρόνια ερήμωση, επακόλουθο της καταστροφής που είχε επιφέρει κατά το 208 π.Χ. ο Βασιλιάς τη Μακεδονίας Φίλιππος Γ' . Κατά την αληθοφανέστερη εξήγηση, η νέα ονομασία σχετίζεται με τους σκόπελους που προβάλλουν στον μικρό όρμο, στο βάθος του οποίου εκτεινότα ο οικισμός της Πεπαρήθου, που είχε πια αφανιστεί. Φαίνεται οτι εξαιτίας αυτών των βράχων ονομάστηκε άστοχα το νησί “νήσος σκοπελών” και εν συντομία “Σκόπελος”. Νήσο Σκοπελών τη γράφει και ο Καισάριος Δαπόντες και επισκοπή Σκοπελών ονομαζόταν κάποτε η επισκοπή Σκιάθου και Σκοπέλου,, που καταργήθηκε το 1842. Το όνομα κάποια στιγμή είχε παραφθαρεί σε Σκέπιλα κατά τη Βυζαντινή εποχή, όπως φαίνεται στο “Περι θεμάτων σύγγραμα” του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου.
   Όταν ο Θησέας έφυγε από την Κρήτη πήρε μαζί του την Αριάδνη την οποία όμως εγκατέλειψε στην Νάξο. Εκεί την είδε ο θεός Διόνυσος, την ερωτεύτηκε και την μετέφερε στη Λήμνο. Στη Λήμνο η Αριάδνη κι ο Διόνυσος θα αποκτήσουν τέσσερις γιούς, τον Θόαντα, τον Ινοπίοντα, τον Πεπάρηθο και τον Στάφυλο. Πρώτος οικιστής της Πεπαρήθου λοιπόν, υπήρξε κατά τον 15ο αιώνα π.Χ, ο Στάφυλος, ηγεμώνας δηλαδή πρίγκιπας, του Κρητικού βασιλείου του Ραδάμανθυ (αδελφού του Μίνωα). Κατά άλλη εκδοχή ο Στάφυλος ήταν γιός της Αριάδνης και του Θησέα.
  Οι Κρήτες, άποικοι με επικεφαλής τον Στάφυλο, αποβιβάστηκαν, όπως φαίνεται, στο νότιο όρμο της Πεπαρήθου, ο οποίος διατηρεί ακόμα το όνομα του οικιστή, όπως εξάλλου και η γύρω περιοχή του νησιού.

  Οι νέοι κάτοικοι του νησιού εισήγαγαν την αμπελοκαλλιέργεια, που χάρη στο γόνιμο έδαφος και τις ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες, απέφερε άφθονο και γευστικότατο καρπό, τον ξακουστό κατά την αρχαιότητα “πεπαρήθιο οίνο”, ο οποίος υπήρξε το κύριο προϊόν του νησιού μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα.
  Στον γραφικό όρμο του Σταφύλου, στο σύνορο του κατηφορικού πευκοδάσους και της λευκής αμμουδιάς βρέθηκε τον Αύγουστο του 1936 ο τάφος του οικιστή. Η ανακάλυψη οφείλεται στον Σκοπελίτηη Γιάννη Ν. Δημητριάδη, καθηγητή ζωοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσαλλονίκης. Στις 17 Αυγούστου το 1936 ο καθηγητής βρήκε τυχαία στον τόπο , όπου ανακαλύφθηκε κατόπιν ο τάφος, μικρό χρυσό έλασμα με διακόσμηση, που τόσο τον εντυπωσίασε ώστε μερίμνησε να διενεργηθεί σχετική έρευνα. Έτσι με την πρωτοβουλία και την εποπτεία τη δική του και παρουσία των Αρχών της Σκοπέλου, την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε πρόχειρη ανασκαφή, που αποκάλυψε τμήμα αρχαίου τάφου με κτερίσματα. Αμέσως ειδοποιήθηκε η Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία ύστερα απο λίγε ημέρες διενήργησε, δια του τότε Εφόρου Αρχαιοτήτων Νικολάου Πλάτωνος, πλήρη ανασκαφή του τάφου , που έφερε στο φως αφ' ενός μέλη ανθρώπινου σκελετού και δύο κρανία, ανδρικό και γυναικείο και αφ' ετέρου πολύτιμα κτερίσματα (πενήντα) μεταξύ των οποίων χρυσή ταινία διαδήματαος, χάλκινη λάβρυς (διπλός πέλεκυς – το σύμβολο του μινωικού κράτους), τμήμα χρυσής επένδυσης απο λαβή ξίφους, το οποίο δεν βρέθηκε (το υπόλοιπο περιήλθε το 1937 στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείου και λέγεται οτι ανακαλύφθηκε απο άγνωστο πριν την ανακάλυψη του τάφου). Μεταξύ των ευρημάτων είναι και ένα ψέλιο, ένα χάλκινο ξίφος, ένας χάλκινος αμφορέας, μια αργυρή φιάλη, μια πρόχους, πήλινες κύλικες και ένα είδωλο γυναίκας.


  Τα παραπάνω ευρήματα είχαν αρχικά διατεθεί στο Μουσείο Θηβών, όπου υπαγόταν αρχαιολογικά η επαρχία Σκοπέλου και τώρα εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
  Απο τη θέση του τάφου (δίπλα στην ακτή, τοποθεσία που επιλεγόταν στην αρχαιότητα σε περίπτωση πρίγκιπα), το σχήμα του (ορθογώνιο), τον πλούτο, το είδος και την ποιότητα των κτερισμάτων, και ιδίως απο τη χρυσή επένδυση της λαβής του ξίφους, οι αρχαιολόγοι ββαιώθηκαν ότι πρόκειται για τον τάφο του Σταφύλου, ο οποίος ασφαλώς θα ήθελε να ατενίζει απο εκεί τη γαλανή θάλασσα, που τον έφερε άρχοντα στην πανέμορφη δεύτερη πατρίδα Σκόπελο.



Πηγή: Σκοπελίτικοι Παλμοί του Νίκου Ι. Νικολαϊδου.
Επιλογή κειμένων, φωτογραφιών και σχεδιασμός Σπ. Μπετσάνη, οργανωτικής γραμματέως του Π.ΛΣ Σκοπέλου.

Για τον Πολιτιστικό και Λαογραφικό Σύλλογο Σκοπέλου.

No comments:

Post a Comment